Πρόσφυγες από τη Σπάρτη της Πισιδίας στο Πορτοχέλι (Αφήγηση Στέφου)

Στο Πορτοχέλι πρωτοήλθαν οι γονείς μου μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Τότε, τα καράβια γεμάτα πρόσφυγες, σταματούσαν και άφηναν καμιά πεντακοσαριά σε κάθε μέρος. Η γιαγιά μου είχε την τύχη να την πάρει ο Παπατουμπής στο Πορτοχέλι.

Στον τόπο της, που ήταν η Σπάρτη της Πισιδίας, ψάρια μόνο της λίμνης τρώγαν, τα χταπόδια άγνωστα. Ο Παπατουμπής που ήταν καλός κυνηγός και καλός ψαράς είχε πάει για ψάρεμα εκείνο το βράδυ της 20ης Αυγούστου 1923. Ένα χταπόδι δεν το χτύπησε και το άφησε στο γυαλί για την άλλη μέρα. Το βράδυ το χταπόδι, ζωντανό όπως ήταν, ανέβηκε στην τζαμαρία της εξώπορτας και το φεγγάρι απ’ έξω το έκανε να μοιάζει σαν οξαποδώ. Η γιαγιά μου, το βράδυ, καθώς πήγαινε για τουαλέτα, το βλέπει το χταπόδι κολλημένο, τρόμαξε και φώναζε: «Βοήτεια, τιάβολο, βοήτεια!»

Στις φωνές της ξυπνάει ο παπάς, βουτάει το χταπόδι από την κατσούλα και το κοπανάει κανα δυο φορές χάμω και να φωνάζει η γιαγιά «Μπράβο παπά μου σκότωσες τιάβολο» και να του φιλάει το χέρι. Την άλλη μέρα ο παπάς το μαγείρεψε με κοφτό μακαρονάκι και έφαγε με όρεξη η γιαγιά μου τον… «τιάβολο».

Ο Πατέρας μου, με τις κακουχίες που τράβηξε από τους Τούρκους, έπεσε άρρωστος, του ‘κλεισε ο λαιμός και ήταν ετοιμοθάνατος, όπου ένας ψαράς τους λέει: «Δεν του δίνετε ένα κομμάτι πάγο να καταπιεί;» Τότε ήταν τα κομπογιαννίτικα και μόλις το κατάπιε έγιανε και η γιαγιά μου να του φιλάει χέρια – πόδια, που τον έσωσε.

Οι δυο αδελφές του πατέρα μου βγήκαν στον Πύργο της Έλλης για να μαζέψουν χόρτα να φάνε και βραδιάσανε. Οπότε βλέπουν απέναντι, στις Σπέτσες το φανάρι που αναβόσβηνε και καθώς οι Μικρασιάτες είναι θρήσκοι, νόμιζαν ότι βλέπουν το… Άγιο Πνεύμα και να πέσουν στα γόνατα και να φωνάζουν «νουρ, νουρ!», που θα πει τούρκικα, μεταφορικά «Άγιο Πνεύμα». Ένας ψαράς που τις είδε τους λέει «γιατί προσεύχεσθε;» του λένε «δεν βλέπει το νουρ (άγιο Πνεύμα);» Και να τους λέει εκείνος «είναι φανάρι» αλλά τι να ξέρουν εκείνες τι έλεγε και του λένε «είσαι αμαρτωλός γι’ αυτό δεν το βλέπεις».

Αυτά γινόντουσαν τω καιρώ εκείνω.

Αυτό μου θύμισε μια άλλη ιστορία πρόσφατη, το 1970, όταν στις Σπέτσες οι επίτροποι που ανέλαβαν την εκκλησία του Αγίου Αντωνίου έπρεπε να ετοιμάσουν την εξέδρα στην ντάπια για να πει ο παπάς το «Χριστός Ανέστη» Νέοι οι επίτροποι και δεν ‘ξέραν προς τα πού να την γυρίσουν, προς ανατολάς ή προς δυσμάς ή… και άρχισαν να καυγαδίζουν. Τότε η κυρά Δέσποινα, του γιατρού η γυναίκα, ακούγοντας να διαπληκτίζονται τους λέει: «Το Πιστεύω το ξέρετε;» Πετάχτηκαν όλοι και της λένε «το ξέρουμε». «Ε, δεν ξέρετε ότι λέει Προς Δοκώ ανάσταση νεκρών;» Τότε κατάλαβαν και την γύρισαν προς το Δοκό (το νησί έναντι της Ύδρας).

Στέφος Αλεξανδρίδης

Φωτο: Ο Αλέξανδρος Αλεξανδρίδης με τη σύζυγό του κι έναν συνάδελφο σε πανηγύρι στο Λεωνίδιο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s