ΕΠΟΣ 1940 – ΜΝΗΜΕΣ (2): Το Ρεμπέτικο τραγούδι υμνεί τον Αγώνα (Videos)

file

Ο πόλεμος του 1940 είναι μελωδικά συνυφασμένος  με την φωνή και τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο . Η «τραγουδίστρια της νίκης» με τις ερμηνείες της κρατούσε υψηλό το εθνικό φρόνημα και διατράνωνε την πίστη για την τελική δικαίωση. Πέρα όμως από τα τραγούδια αυτά, που κινούνται στο χώρο του ελαφρού , επιθεωρησιακού άσματος, υπήρξαν και τα αντίστοιχα ρεμπέτικα με παρόμοια θεματολογία, τα οποία παρέμειναν λιγότερο γνωστά.

Από την πλευρά τους οι οιωνεί περιθωριακοί και αμφιλεγόμενοι από το μουσικό κατεστημένο, ρεμπέτες, έθεσαν το δικό τους μελωδικό στίγμα ,με αφορμή τις κοσμοϊστορικές για το έθνος, εκείνες στιγμές και μάλιστα με τρόπο εντυπωσιακό.

Οι δημιουργοί του απέδειξαν το 1940 ότι διέθεταν δυνατή φιλοπατρία , όπως και ικανή κρίση, ώστε να αντιλαμβάνονται την σοβαρότητα των ημερών και να συμβάλλουν με το δικό τους μέτρο στην τόνωση του εθνικού φρονήματος …

Ο Μάρκος Βαμβακάρης, που συνήθως αγνοείται από τις εφημερίδες της εποχής επειδή έχει γράψει δυνατά «χασικλίδικα» τραγούδια και θεωρείται πολύ βαρύς, είναι από τους πρώτους που δίνουν το «παρών» με επίκαιρα τραγούδια, όπως το γνωστό «Καραντουζένι» του, που διασκευάζεται σε «Γεια σας φανταράκια μας πέρα στην Αλβανία, που πολεμάτε με καρδιά, με μπέσα και μ’ ανδρεία. Κι εσύ βρε πυροβολικό, που σαν θεριό μουγκρίζεις, το θάνατο στους Ιταλούς καθημερνώς σκορπίζεις…».
Ο «Γρουσούζης» του προσαρμόζεται στον Μουσολίνι «Βρε, γρουσούζη Μουσολίνι, πού ‘ναι τα τόσα μεγαλεία, που ‘ταζες κάθε λιγάκι στην καημένη Ιταλία;…» με νέους στίχους του Γιώργου Φωτίδα που έχει γράψει και το τραγούδι «Ο αγύμναστος (ο Μάρκος φαντάρος)» για να περιγράψει τη στράτευση του όχι τόσο νέου Βαμβακάρη. Ο Μάρκος ερμηνεύει όλα τα «πολεμικά» τραγούδια μαζί με τον Απόστολο Χατζηχρήστο, συνθέτη του τραγουδιού «Στης Αλβανίας τα βουνά μερόνυχτα γυρνάω…», στο οποίο ερμηνευτικά συμμετέχει και ο Μπιρ-Αλλάχ (Γιάννης Σταμούλης).

Περίπου στις 3 τα ξημερώματα της 28 Οκτωβρίου του 1940 η τότε Ιταλική Κυβέρνηση απέστειλε στην Ελλάδα τελεσίγραφο, δια του Ιταλού Πρέσβη στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι, ο οποίος και το επέδωσε ιδιόχειρα στον Ιωάννη Μεταξά, στην οικία του δεύτερου, στην Κηφισιά, με το οποίο και απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία του Βασιλείου της Ελλάδος, (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.), για ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του, στη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική.

Μετά την ανάγνωση του κειμένου ο Μεταξάς έστρεψε το βλέμμα του στον Ιταλό Πρέσβη και του απάντησε στα γαλλικά (επίσημη διπλωματική γλώσσα) την ιστορική φράση: «Alors, c’est la guerre», (προφέρεται από τα γαλλικά, αλόρ, σε λα γκερ, δηλαδή, Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο)

O ίδιος ο Γκράτσι στα απομνημονεύματά του, που εξέδωσε το 1945, περιγράφει τη σκηνή:

«Έχω εντολή κ. πρωθυπουργέ να σας κάνω μία ανακοίνωση και του έδωσα το έγγραφο. Παρακολούθησα την συγκίνηση εις τα χέρια και εις τα μάτια του. Με σταθερή φωνή και βλέποντάς με κατάματα ο Μεταξάς μου είπε: αυτό σημαίνει πόλεμο. Του απήντησα ότι αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί. Μου απήντησε ΟΧΙ. Του πρόσθεσα ότι αν ο στρατηγός Παπάγος…, ο Μεταξάς με διέκοψε και μου είπε: ΟΧΙ! Έφυγα υποκλινόμενος με τον βαθύτερο σεβασμό, προ του γέροντος αυτού, που προτίμησε την θυσία αντί της υποδουλώσεως».

Τον Πόλεμο, Μας Κήρυξες

Δευτέρα ήταν χάραμα,
Σαν έσβηνε η σελήνη,
Τον πόλεμο μας κήρυξες,
Μπενίτο Μουσολίνι,

Πολλά μηχανοκίνητα
είχες Μετακομίσει
Και το στρατό σου έστειλες,
για να μας κατακτήσει,

Στον Καλαμά Τον Ποταμό, .
στης Πίνδου τα λαγκάδια,
σκορπίσαμε τους Κένταυρους,
που έστελνες Κοπάδια

Φαντάροι Και Τσολιάδες Μας,
τους ‘κάνανε στη πάντα «,
τους ‘βγάλανε απ’ την Κορυτσά
Κι απ’ τους Άγιους Σαράντα.

Σύνθεση: Κοσμαδόπουλος Κοσμάς
Στίχοι: Κοσμαδόπουλος Κοσμάς
Ερμηνεία: Περπινιάδης Στυλιανός Ή
Στελλάκης Ή Στελλάκι
Τόπος / Έτος: Αθήνα / 1941
Δίσκος: Columbia Ελλάδος DG – 6573 / CG – 2142.
Χορός / Ρυθμός: Καλαματιανός

  Στης Αλβανίας τα βουνά

Στης Αλβανίας τα βουνά
μερόνυχτα γυρνάω
για τη γλυκιά πατρίδα μας
μανούλα πολεμάω
για τη γλυκιά πατρίδα μας
μανούλα πολεμάω

Έχω μαζί μου το Θεό
μάνα και δε φοβάμαι
κι ένα γλυκό ξημέρωμα
κοντά σου πάλι θα ‘μαι
κι ένα γλυκό ξημέρωμα
κοντά σου πάλι θα ‘μαι

Θα ‘ρθω μανούλα νικητής
ξανά θα μ’ αγκαλιάσεις
το μοναχό παιδάκι σου
μάνα δε θα το χάσεις
το μοναχό παιδάκι σου
μάνα δε θα το χάσεις

 28 Οκτωβρίου 1940. Οι φαντάροι μας φεύγουν για το μέτωπο με το χαμόγελο στα χείλη. Η σκέψη  τους όμως είναι σ’ αυτούς που μένουν πίσω. Στη μάνα, στα παιδιά, στη γυναίκα τους. Στο Χαρικλάκι, που θα επιφορτιστεί με όλες τις ανδρικές δουλειές, αφιερώνονται οι σατυρικοί στίχοι του Κώστα Κοφινιώτη, ενώ ο Μάρκος βάζει τον  χασάπικο ρυθμό. Το τραγούδι  »Αν φύγουμε στον πόλεμο» ερμηνεύουν  ο συνθέτης και ο Απόστολος Χατζηχρήστος.

Αν φύγουμε στο(ν) πόλεμο, μικρό μου Χαρικλάκι,
θα κάνεις τον εισπράκτορα ή και το σοφεράκι,
θα κάνεις τον εισπράκτορα ή και το σοφεράκι,
αν φύγουμε στο(ν) πόλεμο, μικρό μου Χαρικλάκι.

Θ’ αφήσεις το νοικοκυριό, θ’ αφήσεις τη(ν) κουζίνα,
τραγιάσκα θα φορείς στραβά, θα σου πηγαίνει φίνα,
τραγιάσκα θα φορείς στραβά, θα σου πηγαίνει φίνα,
θ’ αφήσεις το νοικοκυριό, θ’ αφήσεις τη(ν) κουζίνα.

Θα κόβεις εισιτήριο, στο τράμ, για το Παγκράτι,
οι γέροι θα σου κλείνουνε, με πονηριά το μάτι,
οι γέροι θα σου κλείνουνε, με πονηριά το μάτι,
θα κόβεις εισιτήριο, στο τράμ, για το Παγκράτι.

Κι όσοι για τα ματάκια σου, τα μαύρα τσιμπηθούνε,
και ρέστα `πο χιλιάρικο, ποτέ δε θα ζητούνε,
και ρέστα `πο χιλιάρικο, ποτέ δε θα ζητούνε,
κι όσοι για τα ματάκια σου, τα μαύρα τσιμπηθούνε.

Το “γειά σας φανταράκια μας” είναι μια διασκευή του τραγουδιού του Μάρκου Βαμβακάρη “καραντουζένι”. Οι στίχοι του αυθεντικού τραγουδιού που μιλάνε για τεκέδες, αργιλέδες και μπαγλαμάδες αντικαταστάθηκαν με επιτυχία από στίχους που εκθειάζουν την γενναιότητα που έδειξαν τα φανταράκια μας στο μέτωπο”. Το ακούμε από τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Απόστολο Χατζηχρήστο

Γεια σας φανταράκια μας

Γειά σας φανταράκια μας, πέρα στην Αλβανία,
που πολεμάτε με καρδιά, με μπέσα και μ’ ανδρεία.

Κι εσύ βρε Πυροβολικό, που σαν θεριό μουγκρίζεις,
το θάνατο στους Ιταλούς, καθημερνώς σκορπίζεις.

Τους έχεις κόψει τα φτερά, τους έκανες σμπαράλια,
τον Ντούτσε τον ξευτέλισες, τον έχεις κάνει χάλια.

Τζιάνο γι’ αυτό που έκανες, γοργά θα μετανοιώσεις,
σαν θα σε πιάσει ο Εύζωνας, όλα θα τα πληρώσεις.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Γιώργος Φωτίδας, έστησαν μια αντιμουσολινική παρωδία πάνω στο τραγούδι του Μάρκου “ο γρουσούζης”. Το ακούμε από τον συνθέτη και τον Απόστολο Χατζηχρήστο:

    Μουσολίνι άλλαξε γνώμη.

Βρε γρουσούζη Μουσουλίνι,
πού’ν’ τα τόσα μεγαλεία,
που ‘ταζες κάθε λιγάκι,
στην καημένη Ιταλία;

Την ετάραξες στην πείνα
κι είναι πια ξελιγωμένη,
μονάχα η δική σου τσέπη,
είναι παραφουσκωμένη.

Τα καημένα τα παιδιά της,
δεν τολμούν να πουν κουβέντα,
τους εράψατε το στόμα,
συ, ο Τζιάνος και η Έλντα.

Μουσουλίνι άλλαξε γνώμη,
έλα πια στα συγκαλά σου,
γιατί έφτασε η ώρα,
να τινάξεις τα μυαλά σου.

Στον ρυθμό του δικού τους τραγουδιού “Μαρία Μανταλένα”, ο Μίνως Μάτσας και ο Σπύρος Περιστέρης, έστελναν το δικό τους μήνυμα στον Μουσουλίνι: “την Αλβανία ξέγραψε”. Το ακούμε πάλι από το δίδυμο Μάρκου Βαμβακάρη-Απόστολου Χατζηχρήστου:

    Την Αλβανία ξέγραψε

Σ’ ένα τσαντίρι αλβανικό
κάποιο βράδυ με φεγγάρι,
εσήμανε συναγερμό
την Ελλάδα για να πάρει.

Φρατέλοι με ψηλά φτερά
θέλησαν να μπλοκάρουν,
του ένδοξού μας του τσολιά
τη θέση του να πάρουν.

Βρε δεν περνάει η μπαμπεσιά
μα ούτε κι οι φοβέρες,
θε να σας κάνει ο Έλληνας
να ειδείτε μαύρες μέρες.

Την Αλβανία ξέγραψε
φίλε Μπενίτο τώρα,
και για τα Δωδεκάνησα
ήρθ’ η στερνή σου ώρα.

Πάνω στη μελωδία του απαγορευμένου από την μεταξική λογοκρισία τραγουδιού του Π. Τούντα “Βαρβάρα”, ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης (ή Τσάντας) κέντησε με τους στίχους του την παρωδία “Άκου Ντούτσε μου τα νέα”. Το αποδίδει με εξαιρετικό κέφι ο Στελλάκης Περπινιάδης:

    Άκου Ντούτσε μου τα νέα

Ο Μπενίτο κάθε βράδυ, στο Παλάτσο ξενυχτάει,
για να μάθ’ έχει μανία, κάτι από την Αλβανία.

Το τηλέφωνο στο χέρι, όλη νύχτα στο καρτέρι,
πες μου φίλε Καβαλλέρο, το τι γίνεται να ξέρω.

Άκου Ντούτσε μου τα νέα, φίνα, σοβαρά κι ωραία,
ένα μπρος και δέκα πίσω, πώς να σου τ’ ομολογήσω.

Τι χαμπέρια να σου στείλω, που μας ρήμαξαν στο ξύλο,
μας τσακώνουνε αράδα και μας στέλνουν στην Ελλάδα.

Κένταυροι και Βερσαλιέροι, όλος ο ντουνιάς το ξέρει,
πως κι οι τρομεροί μας “Λύκοι”, κάθε μέρα και μια νίκη.

Τους τσακώνουνε κοπάδια, οι τσολιάδες τα λιοντάρια,
και τους πάνε στην Αθήνα, κι έτσι τη περνούνε φίνα.

Ο Μπενίτο χρώμα αλλάζει και τον Γκάιντα του φωνάζει,
βάλε μπρος τη μηχανή σου και την όμορφη φωνή σου.

Πες πως έχουμε μια νίκη και το μέλλον μας ανήκει,
μπρος γκρεμνός και πίσω ρέμα, μέσα στ’άλλα κι άλλο ψέμα.

Το 70%, περίπου, των ρεμπέτικων για τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο είναι εμψυχωτικά – πατριωτικά και μόνο το 30%, περίπου, είναι σατιρικά. Στα αντίστοιχα ελαφρά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή τα περισσότερα είναι σατιρικά και πολύ λίγα είναι τα εμψυχωτικά. Και βέβαια η σάτιρα ήταν σίγουρα προσφορότερη, αφού ο παχύδερμος θρασύτατος εισβολέας με τη σχιζοφρενική ματιά και τις γελοίες κινήσεις, ήταν εύκολος στόχος για τους στιχουργούς, πέραν τού ότι σε δύσκολες στιγμές το χιούμορ είναι ένα καλό …μαλακτικό.

Ο Γιώργος Παπασιδέρης και ο Δημήτρης Σέμσης έγραψαν το τραγούδι “το κόλπο σου δεν έπιασε”,όπου περιγράφεται ο ενθουσιασμός για τις νίκες μας στην Αλβανία. Το τραγουδά ο Γιώργος Παπασιδέρης:

    Το κόλπο σου δεν έπιασε

Το κόλπο σου δεν έπιασε Φρατέλο στην Ελλάδα,
σπαγγέτο ‘μεις δεν είμαστε, ούτε μακαρονάδα.

Δεν ήταν για τα δόντια σου η όμορφή μας χώρα,
γι’ αυτό και σαν ξεκίνησες σου κόψαμε τη φόρα.

Σ’ ένα παπούτσι ξέρε το σου βάλαμε τα πόδια,
και σε χτυπούμε όπως χτυπούν στις πλάκες τα χταπόδια.

Γι’ αυτό σαν θες παράτα τα μια και στην άμμο χτίζεις,
νερό σακκιάζεις άδικα κι αέρα κοπανίζεις.

Το τραγούδι “το όνειρο του Μπενίτο” είναι η παρωδία που γράφτηκε από τον Μίνωα Μάτσα και τον Σπύρο Περιστέρη, πάνω στο τραγούδι τους “ο Αντώνης, ο βαρκάρης” και για το οποίο είχα γράψει σε προηγούμενο ποστ. Αξίζει όμως μια περίοπτη θέση και στο ποστ

    Το όνειρο του Μπενίτο

Ο Μπενίτο κάποια νύχτα ζαλισμένος είδε όνειρο ο καημένος,
πως βρισκόταν στην Αθήνα σε μια φίνα λιμουζίνα,
πως βρισκόταν στην Αθήνα σε μια φίνα λιμουζίνα.

Μα σα ξύπνησε και ρίχνει ένα βλέμμα, είπε κρίμα να ‘ναι ψέμα,
ένα τέτοιο μεγαλείο, βρε παιδιά, δεν είν’ αστείο,
ένα τέτοιο μεγαλείο, βρε παιδιά, δεν είν’ αστείο.

Φέρτε πένα διατάζει και μελάνι, τηλεσίγραφο μας κάνει,
μα του λέμε εν τω άμα, αν βαστάς κάνε το θαύμα,
μα του λέμε εν τω άμα, αν βαστάς κάνε το θαύμα.

Δεν περάσανε παρά ολίγες μέρες κι οι θαυματουργιές μας σφαίρες,
το τσαρούχι κι η αρβύλα κάναν στον Μπενίτο νίλα,
το τσαρούχι κι η αρβύλα κάναν στον Μπενίτο νίλα.

Βρε Μπενίτο μη θαρρείς για μακαρόνια τα Ελληνικά κανόνια,
τα ‘χουν χέρια δοξασμένα, παληκάρια ανδρειωμένα,
τα ‘χουν χέρια δοξασμένα, παληκάρια ανδρειωμένα.

 Η  λόγχη μας το θέλει

Τώρα όπου λείπω, απόκοντά σου,
Να μην κλαίει,μάναμου, η καρδιά σου
νά ΄χεις πάντα μεσα στην ψυχή σου
πως θάρθει με δόξα το παιδί σου

Να ‘σαι πια περίφανη μητέρα
γιατί φτάνει η δοξασμένη μέρα
Πάν για τη θάλασσα οι φρατέλοι
γιατί η λόγχη μας έτσι το θέλει.

Πολεμάω εδώ για την τιμή μου
κι όλο νίκη λάμπει στην ψυχή μου
Θέλω μάνα μου σαν γυρίσω πάλι
την Ελλάδα μας να δω μεγάλη

Τίποτα δεν βάζει το μυαλό μας
κι όλο κυνηγούμε τον εχθρό μας
Να μην μείνει λέμε με μανία
ένας Ιταλός στην Αλβανία

Τίτλος: » Η Λόγχη Μας, Το Θέλει »
Πρώτος Στίχος: » Τώρα Όπου Λείπω, Από Κοντά Σου »
Σύνθεση: Μητσάκης Γιώργος Ή Καραντουζένι / Τούντας Παναγιώτης
Στίχοι: Μητσάκης Γιώργος Ή Καραντουζένι / Τούντας Παναγιώτης
Ερμηνεία: Σταυροπούλου Νταίζη Ή Γαρυφαλλάκη / Κερομύτης Στέλιος Ή Μπούμπης Ή Αριστοκράτης / Χιώτης Μανώλης
Τόπος / Έτος: Αθήνα / 1941
Δίσκος: Columbia Ελλάδος DG – 6584 / CG – 2156.
Χορός / Ρυθμός: Χασάπικος

 
Ψηλά βουνά κι’ απάτητα 

Συνθέτης Μπαγιαντέρας (Γκόγκος)
Έτος σύνθεσης 1940

Ψηλά βουνά κι απάτητα, μανούλα μου, περνούμε
Νεμέρτσκα, Πίνδο, Μόροβα και πάντοτε νικούμε.

Μην κλαις, γλυκιά μανούλα μου, που πήγα μακριά σου,
γρήγορα θα νικήσουμε και θα βρεθώ κοντά σου.

Κι αν δεν γυρίσω, μάνα μου, μη κλάψεις, μη πονέσεις
τη νίκη να ‘χεις για χαρά και μη μαυροφορέσεις.

Θα πάρω το ντουφέκι μου

Σύνθεση: Κερομύτης Στέλιος ή Κηρομύτης
Έτος ηχογράφησης 1941
Σταυροπούλου, Κηρομύτης,Χιώτης.

Καιρός πια το μπουζούκι μου, στο πλάι να τ’ αφήσω,
να πάρω το ντουφέκι μου, να πα’ να πολεμήσω!

Δεν το βαστάω πάνω μου, να κάτσουμε δω πέρα
και τα παιδιά να πολεμούν κει πάνου νύχτα-μέρα!

Είμαι παιδί φιλότιμο, θα πάω να νικήσω,
τους φίλους να μην ντρέπομαι κακά για να σκορπίσω.

Θ’ αφήσω πια την πένα μου, να πιάσω τη σκανδάλη,
να δείξω την αξία μου, καθώς και τόσοι άλλοι.

Πηγές

– Στέλιος Ελληνιάδης, Οι πατριώτες της πενιάς Ελευθεροτυπία 2009
– Γρηγόρης Καρταπάνης, Ρεμπέτικα τραγούδια για τον πόλεμο του ’40, Ταχυδρόμος
– Ηλίας  Πετρόπουλος, Ρεμπέτικη Ιστορία
–  Σάκης Κ. Πάπιστας, Το αστικό τραγούδι στα πέτρινα χρόνια 1940 – 1949, Κυριακίδη Αφοί, 2007
– Wikipedia, Επέτειος του ΟΧΙ

omartarif.blogspot.gr

Σημείωση: Η τραγουδίστρια Νταίζη Σταυροπούλου ήταν Αργειτοπούλα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ: ΕΠΟΣ 1940 – ΜΝΗΜΕΣ (1): «Της τα έδωσα και τα… δυο!»

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s